Τι απαντά η Κομισιόν σε συνταξιούχο από την Κρεμαστή που κατέθεσε αγωγή για τις περικοπές

1173

Το 2001 λάμβανε μια αξιοπρεπή σύνταξη ύψους 1.800 ευρώ τον μήνα αφού είχε συμπληρώσει 31 έτη υπηρεσίας στο Λιμενικό Σώμα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπέβαλε προτάσεις ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου ενόψει της συζήτησης την 15η Δεκεμβρίου 2016, της προσφυγής ενός συνταξιούχου, κατοίκου Κρεμαστής, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με την οποία προσβάλλονται ως αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οι περικοπές των συντάξεων (κυρίων και επικουρικών) και του εφάπαξ (που έγιναν στο πλαίσιο της μνημονιακής νομοθεσίας).

Του ανταποκριτή μας από τη δημοκρατική στη Ρόδο

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων άλλως να απορριφθεί λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης άλλως να απορριφθεί εν μέρει λόγω παραγραφής μέρους των επίδικων αξιώσεων και ως προς τις αξιώσεις που δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της, ως αόριστη, νόμω και ουσία αβάσιμη.

Όπως έγραψε η «δημοκρατική», ο Ροδίτης συνταξιούχος εκθέτει μεταξύ άλλων στην αγωγή του ότι από το έτος 2001 ελάμβανε μια αξιοπρεπή σύνταξη ύψους 1.800 ευρώ τον μήνα αφού είχε συμπληρώσει 31 έτη υπηρεσίας στο Λιμενικό Σώμα.

Είχε ρυθμίσει τον οικονομικό του προϋπολογισμό για να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για την διαβίωση του ίδιου, της 55χρονης άνεργης συζύγου του και του 33χρονου ανάπηρου σε ποσοστό 65% υιού του.

Τονίζει ότι για να αντεπεξέλθει στα έξοδα νοσηλείας και περίθαλψης του παιδιού του αναγκάστηκε να συνάψει δάνεια ύψους 340.000 ευρώ περίπου, έχοντας προγραμματίσει την αποπληρωμή τους από τη σύνταξή του.

Μετά τη μείωση της σύνταξής του, αναγκάζεται να καταπιέζεται οικονομικά αλλά και ψυχικά, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στα έξοδα διαβίωσης του ίδιου και των μελών της οικογένειάς του.

Επισημαίνει ότι η σύνταξη, που ελάμβανε, ήταν ανταποδοτική διότι οι κρατήσεις από το μισθό του ήταν μεγάλες. Τον Ιούλιο του 2001 ελάμβανε ακαθάριστο μισθό ύψους 611.000 δρχ και οι κρατήσεις για τη σύνταξη του ανέρχοντο στις 252.000 δρχ.. Το 2009 και 2010 οι κρατήσεις ανέρχοντο στο ποσό των 7.000 ευρώ ετησίως.

Με την ίδια αγωγή επισημαίνει ότι όλοι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και πολλοί οικονομολόγοι διεθνούς κύρους, έχουν δηλώσει ότι το πρώτο μνημόνιο, που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, έχει αποτύχει, πως προχωρά η εφαρμογή του δεύτερου, βάσει νέας δανειακής σύμβασης που υπάγεται στο Βρετανικό Δίκαιο, κι ότι αν θα βγεί η χώρα από αυτό το τούνελ, αυτό δεν προβλέπεται να γίνει πριν το 2042 και ο ίδιος θα έχει πλέον… πεθάνει!

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντικρούει την αγωγή υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων, ότι απουσιάζει οποιαδήποτε σχέση δημοσίου δικαίου μεταξύ αυτής ως φορέα δημόσιας εξουσίας και του ενάγοντος, η οποία θα μπορούσε να εδραιώσει οποιαδήποτε χρηματική αξίωση εις βάρος της.

Όπως εκθέτει η πράξη καθορισμού σύνταξης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία αναφέρεται ως η επίμαχη ατομική διοικητική πράξη στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και οι μεταγενέστερες αναπροσαρμογές των συνταξιοδοτικών παροχών, που πραγματοποιήθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση, εντάσσονται ιεραρχικά σε ένα δικαιοπαραγωγικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο παραμένει στην νομοθετική κυριαρχία των επί μέρους εθνικών εννόμων τάξεων, και δεν έχει εκχωρηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υποστηρίζει ακόμη ότι εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο ενάγων στρέφεται κατά του καταρτισθέντος στην αγγλική γλώσσα κειμένου με τον τίτλο «Memorandum of Understanding» («Μνημόσιο Συνεννόησης»), το οποίο υπεγράφη στις 3.05.2010 για λογαριασμό της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως εκπρόσωπο των κρατών μελών της Ευρωζώνης, από τον καθ’ ύλην αρμόδιο για τις Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις Επίτροπο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρκείται να σημειώσει ότι το εν λόγω Μνημόσιο Συνεννόησης δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά κυβερνητικό πρόγραμμα του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο περιλαμβάνονται μια σειρά από μέτρα, που εφόσον ελάμβανε η ελληνική κυβέρνηση θα εξασφάλιζε τη χρηματοδοτική συνδρομή των κρατών μελών της Ευρωζώνης. Και ως τέτοιο ουδέποτε εγκαθίδρυσε αρμοδιότητες σε όργανα διεθνών οργανισμών, δεν θέσπισε άλλους κανόνες δικαίου και δεν ανέπτυξε άμεση εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη. Τουναντίον, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι εξαγγελλόμενες με αυτό πολιτικές, κατέστη απαραίτητη η έκδοση σχετικών νόμων και κανονιστικών πράξεων από τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, όργανα του Ελληνικού Κράτους. Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Γιάννης Παντελίδης.