Το Πάσχα που σκότωσε τη Σούλα

1631

Δεν ξέρω εσείς , αλλά εγώ το Πάσχα, όσο και να πασχίζω, αδύνατον να περάσω καλά.

Σωστά το καταλάβατε Σιγισμούνδοι του ελέους. Υπάρχει παιδικό τραύμα. Όλα άρχισαν στην τρυφερή ηλικία των 7 ετών, όταν πίστευα ακόμα ότι yparhi-agapi ακόμα και αν έτρωγα ΙΟΝ αμυγδάλου.

Εκείνη τη χρονιά (όπως και όλες τις άλλες δηλαδή), με είχαν παρατήσει στο χωριό, στο εξοχικό σπίτι της εκ μητρός γιαγιάς μου -μεγάλης βλαχάρας που το παίζει βαρώνη.

Εκείνη τη χρονιά (όπως και τις άλλες δηλαδή), η γιαγιά πουλούσε μούρη στις υπαίθριες φίλες της κι εγώ ψιλοπαρατημένη αιχμαλώτιζα πασχαλίτσες, μάζευα κάμπιες (τις οποίες στρίμωχνα στη συνέχεια κάτω από το μαξιλάρι της γιαγιάς) και φιλούσα τα τριφύλλια που φύτρωναν στην αυλή, γιατί τότε είχα σεβντά με ένα αγοράκι της θύρας 13. Γενικά περνούσα έκτακτα δηλαδή.

Τη μεγάλη Δευτέρα σκάει μύτη στην αυλή ένα αρνάκι κουκλάκι, που ακολουθούσε τη γιαγιά σαν κανίς. Παθαίνω την πλάκα μου (εγώ που είχα πεθάνει απ’ τη μοναξιά του σύγχρονου παιδιού στο χωριό), αρπάζω το αρνί, το αγκαλιάζω, και χαίρομαι που η βλαχάρα η γιαγιά μου αποφάσισε να κάνει τη διαφορά και να κυκλοφοράει στα σαλόνια σε στυλ ρουστίκ με αρνί και όχι με πεκινουά, όπως όλες οι φλώρες οι φιλενάδες της.

Η γιαγιά μού σύστησε το αρνάκι ως Σούλα και το άφησε να περιφέρεται στην αυλή μαζί μου. Εγώ, παίδες μου αγαπημένοι, πετούσα στα ουράνια, ούτε LSD να είχα πάρει. Πρώτη φορά στη ζωή μου έπαιζα με ένα ζώο (ο Σάκης δεν πιάνεται, έτσι;).

Για 5 μέρες έζησα τον μεγάλο έρωτα. Το πρωί βελάζαμε μαζί για να μας ταΐσουν. Το μεσημέρι παίζαμε εναλλακτικό κρυφτό: εγώ κρυβόμουν και η Σούλα βέλαζε. Το απόγευμα πηγαίναμε στις ξένες αυλές και τσαλαπατούσαμε τα φυτά. Μετά τρέχαμε γιατί μας έπαιρναν είδηση (γιατί η Σούλα πάλι βέλαζε). Το βράδυ έπαιρνα τη Σούλα δίπλα στο κρεβάτι μου κρυφά και παίζαμε χαρτιά.

Ήταν τέλεια γιατί την έκλεβα άνετα -ειδικά την ξερή δεν την είχε καθόλου. Το μεγάλο Σάββατο, όμως, όταν  ξύπνησα και πήγα να χαϊδέψω με την πατούσα τη γούνα της Σούλας για καλημέρα, η πατούσα δεν βρήκε γούνα, αλλά το πλακάκι στο πάτωμα. Κοιτάω να δω, πουθενά η Σούλα. Πετάχτηκα πάνω. Σούλααααααααααααα, φώναξα απελπισμένη και έτρεξα έξω.

-Τι φωνάζεις παιδί μου, νευρασθενικό είσαι; ρώτησε η βλαχάρα που πολύ αγαπούσε τη λέξη νευρασθενικός και την πέταγε ανεξέλεγκτα.

–Πού είναι η Σούλα; ρώτησα ακόμα πιο νευρασθενικά.

-Απεδήμησε προς Κύριον, είπε αδιάφορα βάφοντας το νύχι κόκκινο αυγουλί.
-Τι σημαίνει αυτό; Ποιον κύριον; ούρλιαξα στο αυτί της. Ακόμα δεν είχα τελειώσει με άριστα τη Φιλοσοφική παίδες μου, αλλά είχα γλωσσικό ένστικτο. Πολύ ύποπτο ακούγονταν αυτό το απεδήμησε. Μιλάμε για αρνί, όχι για χελιδόνι.
-Κανέναν. Φύγε από δω. Βάφω τα νύχια μου τώρα.

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΟΥΛΑ;
-Γιατί ασχολείσαι με το αρνί παιδί μου; Στον ύπνο σου το ‘βλεπες πρωί-πρωί;
-Είναι φίλη μου η Σούλα, μην τη λες αρνί!
-Καλά θα τη λέω κανταΐφι.

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΟΥΛΑ;;;
-Ε, αφού πας γυρεύοντας θα στο πω: Η Σούλα είναι στο ψυγείο.

-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;!!!
-Στο ψυγείο του χασάπη.

Άρχισα να κλαίω σαν να ‘μουν η χήρα της Σούλας. Να κοπανιέμαι. Να σπάω παιγνίδια, να μαδάω τριφύλλια (στα τσακίδια και ο βλάκας ο πανάθας), να κλωτσάω χώματα. Μέχρι που τα διέλυσα όλα. Ξαφνικά κουράστηκα και κατέρρευσα στο χώμα της αυλής μπροστά στο αδιάφορο βλέμμα της βλαχάρας,

-Γιατί την έσφαξες χωρίς να με προειδοποιήσεις; τη ρώτησα παραπονεμένη. Γιατί με άφησες να την κάνω φίλη μου; Γιατί μου είπες ότι τη λένε Σούλα;
-Από ευγένεια μωρή γαϊδούρα, αλλά πού να εκτιμήσεις εσύ; Ως Σούβλα μου τη σύστησε ο κυρ Γιάννης ο τσομπάνης.

Από τότε, μου αγαπημένοι μου, ορκίστηκα να μην ξαναγαπήσω ποτέ κανένα ζώο (Ο Σάκης δεν πιάνεται, έτσι;).

ΥΓ.: ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΣΑΣ ΤΥΧΕΡΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΡΝΙΟΥ

 

 

το κορίτσι του διπλανού portal

protagon.gr