Tα αρχαία ελληνικά συνεχίζουν να παράγουν νέες λέξεις

930

Συνέντευξη του Ιταλού αρχαιολελληνιστή Φράνκο Μοντανάρι.

Εισαγωγή – μετάφραση – υποσημειώσεις:

Χριστίνα Πετροπούλου, Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Α΄ Αθήνας, alfavita

Ο Ιταλός αρχαιοελληνιστής Φράνκο Μοντανάρι σε συνέντευξή του στις 29/8/2012 στη διαδικτυακή πύλη της Τοσκάνης για τον πολιτισμό: http://www.toscanalibri.it.  αναφέρθηκε εκτενώς στο επίκαιρο διεθνώς ερώτημα «Γιατί να μελετούμε τους κλασικούς». Στη δική μας περίπτωση η σχέση της νέας ελληνικής με την αρχαία συνιστά ένα επίμαχο διαχρονικό ζήτημα, που αναφύεται κάθε εποχή στο πλαίσιο ιδεολογικών και πολιτικών χρήσεων. Χαρακτηρισμοί όπως προγονοπληξία, πατριδολατρία, εθνικισμός, ελληνοκεντρισμός, ελιτισμός -και άλλοι παρεμφερείς- πλάι στον εννοιολογικό καθορισμό της πολιτισμικής συνέχειας ή των ρήξεων διαμορφώνουν τους όρους που οδηγούν αφενός σε μια διαρκή διαμάχη μεταξύ «συντηρητικών» και «προοδευτικών», αφετέρου στη λήψη εκπαιδευτικών μέτρων τέτοιων, που, κατά κανόνα, αποβαίνουν εις βάρος της ίδιας της γλώσσας -αρχαίας και νέας.

Όσο η αρχαία ελληνική γλώσσα συνεχίζει, ακόμη και σήμερα, να αντιμετωπίζεται με όρους όπως οι παραπάνω και όχι ως αυτόνομο μορφωτικό αγαθό, το οποίο η πολιτεία οφείλει να παρέχει στις νέες γενιές, ώστε να εξοικειώνονται, έστω και στοιχειωδώς, με την ιστορική πορεία που αυτή διέγραψε έως ότου φθάσει στη σημερινή μορφή της, τόσο θα διαιωνίζεται ο άγονος αυτός «διάλογος», προς όφελος αυτών που κάθε φορά τον διαχειρίζονται.

Ίσως μια προσπάθεια προσέγγισης του τρόπου με τον οποίο οι κλασικές γλώσσες αντιμετωπίζονται σε χώρες με μακρά ανθρωπιστική παράδοση, δηλαδή με όρους πολιτισμού (ως αυτόνομο μορφωτικό αγαθό), να μας βοηθούσε να απεγκλωβιστούμε από αυτόν τον τρόπο θέασης των πραγμάτων και να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας απέναντι σε αυτές. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο νηφάλιος λόγος του καθηγητή Μοντανάρι θα μπορούσε να σταθεί αρωγός.

Κύριε καθηγητά,  συχνά  ακούμε να λέγεται ότι τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά είναι δυο νεκρές γλώσσες. Γιατί λοιπόν να συνεχίσουμε να τις μελετούμε;

«Ομολογώ ότι, εδώ και καιρό, όταν μου απευθύνουν αυτή την ερώτηση, έχω αρχίσει να αντιδρώ έντονα. Όχι για το ερώτημα αυτό καθαυτό, ούτε σε σχέση με όποιον μoυ ζητάει, όπως εσείς, να εκφράσω την άποψή μου, αλλά εναντίον εκείνων που θέτουν το θέμα στα σοβαρά και διερωτώνται αν ακόμη αξίζει τον κόπο να μελετούμε τον αρχαίο ελληνικό και λατινικό πολιτισμό. Ε, λοιπόν, μου έρχεται να τους πω, ούτε λίγο ούτε πολύ: δεν μπορούμε να διαγράψουμε την Ιστορία, σωπάστε πια! Απέναντι σε όποιον θέτει το ερώτημα στα σοβαρά, αντιδρώ άσχημα και του απαντώ: ‟Είσαι επιβλαβής για την πολιτιστική, οικονομική, επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη”. Και θέλω να γίνει σαφές ότι δεν πρόκειται για αντιπαράθεση της ουμανιστικής κουλτούρας – ιδίως της κλασικής – με την επιστημονική. Υπερασπίζομαι σθεναρά την ουσιαστική σημασία και των δύο. Κι ας πάψουμε να θεωρούμε νεκρές γλώσσες τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Αρκεί να πούμε ότι τα λατινικά υπάρχουν σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες και τα αρχαία στα νέα ελληνικά, αλλά αυτό είναι το ελάχιστο. Η ιστορία του πολιτισμού μας, όπως αναπτύχθηκε στο πέρασμα των αιώνων – και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, καταδεικνύει ότι τα αρχαία ελληνικά είναι μια γλώσσα (μοναδική στον κόσμο απ’ όσο γνωρίζω) που παράγει όχι μόνο χρήσιμες λέξεις αλλά και αποτελεσματική επικοινωνία, ακόμη και αν δεν είναι πλέον ομιλούμενη εδώ και  αιώνες. Αν από ένα αστείο της τύχης υπήρχε στον κόσμο ένας άνθρωπος, που δεν είχε δει ποτέ ένα τηλέφωνο, αλλά γνώριζε την αρχαία ελληνική, όταν του μιλούσαν για το τηλέφωνο, θα καταλάβαινε απόλυτα σε τι αυτό χρησιμεύει και θα ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει. Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι η αρχαία ελληνική, μη ομιλούμενη γλώσσα, κάθε άλλο όμως παρά νεκρή, συνεχίζει να παράγει νέες λέξεις και επιτρέπει να “ονοματοδοτούνται”, κατά τρόπο αρκετά αποτελεσματικό, πράγματα που δεν υπήρχαν όταν αυτή ήταν ομιλούμενη,  όπως για παράδειγμα η ηλεκτροδυναμική ή η φωτογραφία, εκτός από το τηλέφωνο, που είπαμε πιο πάνω; Εν ολίγοις, πιστεύω ότι η λογική επιβάλλει  να αντιστρέψουμε το πρόβλημα. Ανάγκη αποδείξεων δεν έχουν όσοι υπερασπίζονται τη χρησιμότητα της μελέτης και γνώσης της κλασικής κουλτούρας, αλλά όσοι αμφισβητούν τη χρησιμότητά των αρχαίων πολιτισμών και, ενδεχομένως, φθάνουν στο σημείο ακόμη και να την αρνούνται».

Στο γνωστό απόφθεγμα του Κικέρωνα «Ιστορία, δασκάλα της ζωής» θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ένα άλλο, λιγότερο γνωστό, εκείνο του Γκαετάνο Ντε Σάντις (Gaetano De Sanctis)[1]: «Ζωή, δασκάλα της Ιστορίας». Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι οι κλασικοί «επιβιώνουν», αφού δεν πεθαίνει η ανάγκη μας να τους θέτουμε  πάντα νέα και επίκαιρα ερωτήματα;

«Όντας στη διάθεση των ανθρώπων που τους γνωρίζουν και τους ξαναδιαβάζουν, οι “μεγάλοι κλασικοί” (και όχι μόνο οι αρχαίοι Έλληνες και οι Λατίνοι) δεν είναι ποτέ μόνοι τους. Συνυπάρχουν μαζί με άλλους κλασικούς και με τους σύγχρονους κάθε εποχής. Δεν παραμένουν μυστηριωδώς αιωνόβιοι ούτε καν μοχθούν να επιβιώσουν, απλά συμβιώνουν με τους ανθρώπους όλων των εποχών. Σε αυτό έγκειται το μεγαλείο και η αναγκαιότητά τους: δεν επιβιώνουν, αντίθετα συμβιώνουν με κάθε εποχή. Δεν μπορούμε να τους εγκαταλείψουμε στον δρόμο, γιατί αργά ή γρήγορα θα μας φθάσουν, με ανοιχτές τις εναλλακτικές λύσεις τους, με τα θέματα της σκέψης τους, από τα οποία ποτέ δεν θα ξεφύγουμε, με τις λέξεις τους που καθημερινά κουβαλάμε στις αποσκευές μας: διασχίζουν τον χρόνο μεταβαλλόμενοι και όχι περαστικοί, μας προσκαλούν να πάρουμε ένα χώρο ελεύθερης, μεγαλειώδους και επίπονης σκέψης,  ανήσυχης και συναρπαστικής, ασφαλούς πηγής προόδου. Σίγουρα δεν είναι μόνο η κλασική παιδεία που έχει αξία (αυτό οπωσδήποτε θα ήταν βαρετό), αλλά και αυτή: ένα βήμα παραπάνω, ένα δυνατό χαρτί να το παίξουμε στο τραπέζι της ζωής, έναν θησαυρό που δεν πρέπει να χάσουμε, έναν πλούτο που μας χαρίστηκε και πρέπει να είμαστε αρκετά υποψιασμένοι, ώστε να επενδύσουμε σε αυτόν. Οφείλουμε να συνεχίσουμε να γνωρίζουμε τους μεγάλους κλασικούς κάθε εποχής, απλά και μόνο επειδή συμβιώνουν μαζί μας, ζούμε από αυτούς και με αυτούς. Μόνο οι πολύ μεγάλοι είναι σε θέση να θέτουν πάντα ερωτήματα και να προκαλούν ερεθίσματα τέτοια, ώστε να σκέφτεται κανείς πάνω στα προβλήματα που θέτουν  αυτά τα ερωτήματα».

Το ελληνο-ρωμαϊκό σύμπαν αποτελεί σίγουρα έναν από τους βασικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού πολιτισμού μας. Σήμερα η ευρωπαϊκή κοινωνία εξελίσσεται, γίνεται μια πολυπολιτισμική κοινωνία. Σε αυτό το νέο σενάριο πιστεύετε ότι οι κλασικοί (Έλληνες και Λατίνοι) θα εξακολουθήσουν να «μιλούν» στις μελλοντικές γενιές; Και, αν ναι,  με ποιο τρόπο οι «ειδικοί» θα τους βοηθήσουν, ώστε να θεωρούνται ακόμη «συνομιλητές»;

«Απλά συνεχίζοντας να τους μελετούν, αναζητώντας αδιάκοπα τον καλύτερο τρόπο να τους εξηγούν και να τους κάνουν κατανοητούς. Δεν είναι αλήθεια ότι οι μεγάλοι κλασικοί έχουν λύσει τα σημαντικότερα προβλήματα της ανθρωπότητας (το κοινότοπο “τα έχουν πει όλα” είναι μια επιφανειακή και επικίνδυνη ανοησία), αφού άλλωστε τα βασικά προβλήματα του ανθρώπου δεν πρόκειται ποτέ να επιλυθούν μια για πάντα. Οι μεγάλοι κλασικοί έθεσαν ουσιαστικά και αναπόφευκτα ζητήματα, τα οποία μας οδηγούν επαγωγικά να αναστοχαζόμαστε σε κάθε εποχή. Ζητήματα όπως η σχέση ανάμεσα στους θείους νόμους, αιώνιους και άγραφους, και τους ανθρώπινους, γραπτούς και ιστορικούς, που τέθηκαν από την Αντιγόνη, δεν πρόκειται ποτέ να “επιλυθούν”. Κάθε φορά θα αντιμετωπίζονται,  θα εξετάζονται, θα εμβαθύνονται  και ο Σοφοκλής θα είναι πάντα εκεί, για να τα προτείνει με αδήριτη δύναμη. Τα παραδείγματα θα μπορούσαν εύκολα να πολλαπλασιαστούν, ο καθένας τα συναντά στη ζωή του, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί. Σκεφτείτε τις διάφορες ερμηνείες και παραστάσεις των μεγάλων τραγικών, που έχουν δοθεί στη διάρκεια των αιώνων: τις περισσότερες φορές προκαλούν γκρίνια για προδοσία του πρωτότυπου, αλλά κάνουν λάθος οι πιστοί στο αυθεντικό (puristi) να ενοχλούνται, να σκανδαλίζονται και να ταμπουρώνονται. Οι μεγάλοι κλασικοί πρέπει διαρκώς να προδίδονται, ώστε να ανακρίνονται και να απαντούν σε κάθε εποχή και σε κάθε άνθρωπο, να παίρνουν διαφορετικές  όψεις και να προκαλούν προβληματισμό. Μόνο ένας μεγάλος κλασικός συχνά προδίδεται και συνεχίζει να συνομιλεί: από κανενός το μυαλό δεν περνά να “προδώσει”, και μάλιστα κατ’ επανάληψη στη διάρκεια των αιώνων, ένα μέτριο έργο, ασήμαντης επιρροής. Ας αναλογιστούμε αυτό: η μοντέρνα και σύγχρονη ρατσιστική ρητορική προέρχεται κυρίως από έναν ανομολόγητο φόβο, που δημιουργείται από άγνοια ή και βλακεία, η οποία μπορεί, με τη σειρά της, να σημαίνει ανικανότητα να χρησιμοποιήσει κάποιος τον πολιτισμό που κατέχει. Το να γνωρίζει κανείς καλά τη δική του ιστορία και το εύρος του δικού του πολιτισμού τον καθιστά δυνατό και ασφαλή, συνεπώς τον βοηθά να μην φοβάται το διαφορετικό, να ξεπερνά αυτή τη γελοία ρατσιστική ρητορική, που η επικαιρότητα μας προσφέρει, αναδεικνύοντας μόνο τον φόβο των αδύναμων».

Ο ελληνικός μύθος συχνά αποκρυστάλλωσε τους πιο αρχέγονους φόβους του ανθρώπου και η τραγωδία, η οποία σχεδόν πάντα αντλεί από το μυθικό ρεπερτόριο, συνέβαλε, ώστε ο ίδιος ο μύθος να γίνει ακόμη περισσότερο εμβληματικός για την ανθρώπινη κατάσταση. Σας ρωτώ, λοιπόν: Σήμερα εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει ο Οιδίπους; Και στην εποχή μας ποιες είναι η Μήδεια και η Άλκηστις;

«Είναι η αναπαράσταση των αναπόφευκτων προβλημάτων του ανθρώπου μέσα στον κόσμο και απέναντι στη ζωή, όχι μόνο οι φόβοι, αλλά και οι αμφιβολίες, τα διλήμματα, τα δισεπίλυτα προβλήματα, που ο καθένας αντιμετωπίζει με τον εαυτό του και με τον κόσμο που τον περιβάλλει. Δεν είναι κρύσταλλοι αμετάβλητοι ούτε λείψανα σε αποσύνθεση. Είναι ένα κουβάρι από προβλήματα, που ουδέποτε θα επιλυθούν οριστικά. Ενσαρκώνουν τα θεμέλια της ζωής μας και της σκέψης μας, βοηθούν και βασανίζουν την ύπαρξη και τη σκέψη μας, μας προτείνουν την αίσθηση αυτού που είμαστε και του πώς είμαστε. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους μεγάλους Έλληνες και Λατίνους κλασικούς: στον Όμηρο και τους τραγικούς, στον Βιργίλιο και τον Οράτιο, στον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, αλλά φυσικά και στον Σαίξπηρ, τον Ουγκώ, τον Θερβάντες, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Μπρουνελέσκι (Brunelleschi[2]), τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και σε όλους εκείνους που είναι εκ των ων ουκ άνευ. Μας καταδιώκουν, δεν μας αφήνουν ήσυχους, είναι μέσα στην Ιστορία μας, την οποία, επαναλαμβάνω, δεν είναι δυνατόν να διαγράψουμε».

Αγαπημένο σας βιβλίο και συγγραφέας;

«Δεν μου αρκεί ένας, ήδη δυσκολεύομαι να περιοριστώ σε τρεις συγγραφείς, αυτούς που αντιστάθηκαν περισσότερο στη διάρκεια της ζωής μου: στον Όμηρο, στον Μαντσόνι (Manzoni[3]) και στον Ουνγκαρέττι (Ungaretti[4]). Αλλά υπάρχει ένα πλήθος, που μου πιέζει το μυαλό. Ας προχωρήσουμε σε άλλη ερώτηση».

Τελευταίο βιβλίο που διαβάσατε;

«Εξαιρώντας τα του επαγγέλματος, “Το κορίτσι που χόρευε για τον Μάο” του Qiu Xiao Long».

Το βιβλίο που θα συστήνατε στους αναγνώστες;

«Αυτό είναι εντελώς αδύνατο, αφού υπάρχει ο κίνδυνος να προσβάλω κάποιον αν σκεφτώ ότι δεν έχει διαβάσει το “Πόλεμος και Ειρήνη” ή την “Παναγία των Παρισίων” ή την “Οδύσσεια” ή Σαπφώ ή Λεοπάρντι (Leopardi[5]). Ας πούμε, λοιπόν, ένα από τα μυθιστορήματα του Ρεξ Στάουτ (Rex Stout)[6] με τον  Νίρο Γουόλφ (Nero Wolfe).

Το να διαβάζει κανείς είναι…

«…να ζει…»


[1] O Γκαετάνο Ντε Σάντις (Gaetano De Sanctis, 18701957) υπήρξε Ιταλός ιστορικός, πολιτικός και με εξειδίκευση στην Αρχαία Ιστορία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανακηρύχθηκε Γερουσιαστής της Ιταλικής Δημοκρατίας και υπήρξε Διευθυντής του Ινστιτούτού της Ιταλικής Εγκυκλοπαίδειας.

[2] Ο Φιλίππο Μπρουνελέσκι (Filippo Brunelleschi, 13771446) ήταν εξέχων Ιταλός αρχιτέκτονας, μηχανικός και γλύπτης της Αναγέννησης. Είναι περισσότερο γνωστός ως ο επινοητής της προοπτικής στη ζωγραφική, αλλά και για την κατασκευή του θόλου στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας. Tο έργο του καλύπτει και άλλους τομείς, όπως γλυπτική, μαθηματικά, μηχανική ακόμη και σχεδιασμό πλοίων. Τα περισσότερα από τα σωζόμενα έργα του βρίσκονται σήμερα στη Φλωρεντία.

[3] Ο Αλεσάντρο Μαντσόνι (Alessandro Manzoni, 1785-1873) ήταν Ιταλός ρομαντικός ποιητής και μυθιστοριογράφος, γνωστός κυρίως για το μυθιστόρημά του I promessi sposi (Οι αρραβωνιασμένοι).

[4] Ο Τζουζέπε Ουνγκαρέτι (Giuseppe Ungaretti), από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της ιταλικής ποίησης του 20ου αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Η ποίησή του διακρίνεται για τη νοσταλγική διάθεση και τη μεταφυσική αγωνία και χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα των εκφραστικών μέσων.

[5] Ο Τζιάκομο Λεοπάρντι (Giacomo Leopardi, 17981837) ήταν Ιταλός ρομαντικός ποιητής και φιλόσοφος, ένας από τους μεγάλους Ιταλούς ποιητές του 19ου αιώνα.

[6] Ο Ρεξ Στάουτ (Rex Stout,1886-1975), Aμερικανός συγγραφέας του αστυνομικού είδους, υπήρξε ο δημιουργός του ντετέκτιβ Νίρο Γουόλφ (Nero Wolfe) και της παρέας του.

*Ο Φράνκο Μοντανάρι (Franco Montanari), κορυφαίος Ιταλός αρχαιοελληνιστής, είναι τακτικός καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας, Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κλασικών Σπουδών, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και επίτιμος διδάκτωρ του ΑΠΘ. Από το 2009 διευθύνει το επιστημονικό περιοδικό “Rivista di Filologia e di Istruzione Classica” (Περιοδικό Φιλολογίας και Κλασσικής Εκπαίδευσης). Έχει συγγράψει πλήθος βιβλίων και μελετημάτων για ποικίλα αρχαιογνωστικά θέματα. Από τα σημαντικότερα έργα του, που κυκλοφορούν και στα ελληνικά, είναι η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας – Από τον 8ο  αι. π. Χ. έως τον 6ο αι. μ. Χ.» (Επιμέλεια: Δ. Ιακώβ – Α. Ρεγκάκος. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008) και το «Σύγχρονο Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» (Επιμέλεια: Α. Ρεγκάκος, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2013). Ουσιαστικά, είναι το πρώτο Λεξικό αρχαίων ελληνικών στον 21ο αιώνα και στηρίζεται στο πλήρες corpus της ελληνικής γραμματείας, (στον ηλεκτρονικό Thesaurus Linguae Graecae), αλλά και στις καλύτερες κριτικές εκδόσεις.

Σύμφωνα με τον προσφάτως εκλιπόντα Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη (Το Βήμα, 23/2/2014), το Λεξικό αποτελεί opus magnum σε όλα τα επίπεδα: έρευνας, απογραφής, επιμέλειας, μετάφρασης, εκτύπωσης. «Η αρχαία γλώσσα, σημειώνει ο Μαρωνίτης, αποδείχτηκε στο Λεξικό αυτό κατεξοχήν πολύτυπη και πολύτροπη, προκειμένου να καλύψει όχι μόνο τις επικοινωνιακές σχέσεις και συναλλαγές, αλλά και ζητούμενα της λογοτεχνίας, των εικαστικών τεχνών, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Συνεχώς εξελισσόμενη, δανείζει και δανείζεται στον και από τον ανθρωπογεωγραφικό της περίγυρο, αποβάλλει ό,τι της περισσεύει, ωσότου, περιορίζοντας τους ιδιωματισμούς της, καταλήγει στη συναίρεση της “κοινής”, στη βάση δηλαδή της νεοελληνικής γλώσσας».